Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

Η υφάντρα

   Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ'ένα μακρινό βασίλειο μια πολύ όμορφη κοπέλα.Το πρόσωπο της ήταν ολόλευκο σαν κρίνο και τα ματιά της μεγάλα,πράσινα και σκιστά,που θύμιζαν αμύγδαλα.Ήταν ακόμα καλή και προκομμένη και μόλο που ήταν φτωχή,κατάφερνε με τη δουλειά της κι έβγαζε τίμια το ψωμί της.'Όλοι στην πολιτεία τη γνώριζαν και την αγαπούσαν,μα κανένας δεν ήξερε το αληθινό της όνομα.Ή,κι αν το είχαν κάποτε ακούσει,το είχαν ξεχάσει,γιατί,επειδή ύφαινε από το πρωί ως το βράδυ,τη φώναζαν "υφάντρα".Κάθε πρωί λοιπόν,σηκωνόταν η υφάντρα,πλενόταν,ντυνόταν και στρωνόταν στην δουλειά.Τα χέρια της θαρρείς και πετούσαν πάνω στον αργαλειό και το πρόσωπο της έλαμπε από χαρά,όταν έφτιαχνε ένα ωραίο σχέδιο στο ύφασμα που ύφαινε.Πολλές φορές,που είχε αρχινισμένη μια δουλειά,την έπιανε η νύχτα.Μα κείνη δεν ήθελε να κοιμηθεί προτού να την τελειώσει.Τα ματιά της έκλειναν,αλλά με κάθε τρόπο προσπαθούσε να μένει ξύπνια.Και τότε,όποιος περνούσε έξω από το σπίτι της άκουγε μια φωνή να λέει αυτά τα παράξενα λόγια:
                                                          Ήρθες,καλώς όρισες!
                                                          Παρ'το σκαμνί και κάτσε,
                                                          να γνέσω,να ξεγνέσω,
                                                          να πα΄να κοιμηθούμε,
                                                          να σφιχταγκαλιαστούμε...


   Όλοι στην πολιτεία μιλάγανε για τις χαρές και την ομορφιά της υφάντρας και την επαινούσανε.
   Κάποια φορά τα λόγια τους έφτασαν ως το παλάτι.Τ'άκουσε ο βασιλιάς,τ'άκουσε κι η βασίλισσα και το βασιλόπουλο.
   Μάνι μάνι αποφάσισε η βασίλισσα να στείλει να παραγγείλει στην υφάντρα να της ετοιμάσει ύφασμα,ότι καλύτερο γινόταν,για να ντύσει και να στολίσει του παλατιού τα πράγματα.
   Ο βασιλιά άκουσε την επιθυμία της γυναίκας του,αλλά εκείνος είχε βάλει κάτι άλλο στο μυαλό του.Γι'αυτό φώναξε το γιο του (που εκείνο τον καιρό ήταν αγέλαστος και μελαγχολικός) και τον πρόσταξε να πάει να βρει την υφάντρα και να της πει - προσωπικά εκείνος - αυτό που ήθελε η μητέρα του.
   Ξεκίνησε,λοιπόν,ένα απογευματάκι το βασιλόπουλο να βρει το σπίτι της υφάντρας.Οι άνθρωποι στην πολιτεία τον κοίταζαν παραξενεμένοι όταν τους ρώταγε που καθόταν η υφάντρα και δεν του'λεγαν,γιατί φοβόντουσαν μήπως ο βασιλιάς είχε κάποιο λόγο κι ήθελε να την τιμωρήσει.
   Έψαχνε,λοιπόν,κι έψαχνε το βασιλόπουλο και χτύπαγε πόρτες,ώσπου νύχτωσε κι η πολιτεία βυθίστηκε στο σκοτάδι.
   Τότε πήρε κι εκείνος την απόφαση να γυρίσει στο παλάτι και να συνεχίσει το ψάξιμο το άλλο πρωί.
   Καθώς όμως πήγαινε,είδε στο δρόμο του απάνω ένα κλειστό παράθυρο απ'όπου φαινόταν λίγο,μα πολύ λίγο,φως σαν να'ταν από κερί.
   Πλησιάζει το βασιλόπουλο και στέκεται έξω από το κλειστό παραθύρι κι ακούει μια γλυκιά,μελωδική φωνή να λέει σιγανά:
                                                       Ήρθες,καλώς όρισες!
                                                       Παρ'το σκαμνί και κάτσε,
                                                       να γνέσω,να ξεγνέσω,
                                                       να πα΄να κοιμηθούμε,
                                                       να σφιχταγκαλιαστούμε...


   Αυτά τα παράξενα λόγια γέμισαν το βασιλόπουλο με μεγάλη περιέργεια.Σηκώθηκε λοιπόν,στις μύτες των παπουτσιών του να κοιτάξει μέσα από το παραθυρόφυλλο να δει ποιον καλωσόριζε αυτή η κοπελιά με την γλυκιά φωνή.
   Κοίταξε από δω,κοίταξε από κει,αλλά δεν είδε κανέναν.Είδε μόνο ένα όμορφο κορίτσι που καθισμένο στον αργαλειό ύφαινε.Τότε κατάλαβε πως αυτή ήταν η υφάντρα που έψαχνε.Όμως δεν της μίλησε,αλλά αποφάσισε,το άλλο βράδυ,την ίδια ώρα,να παραφυλάξει έξω από το σπίτι της,για να δει ποιος ήταν αυτός που πήγαινε και την επισκεπτόταν κι εκείνη τον καλωσόριζε με τόση χαρά.
   Σ'όλο το δρόμο που γύρναγε στο παλάτι δεν είχε άλλη σκέψη στο μυαλό του από την ωραία υφάντρα που την έβλεπε ζωντανή μπροστά του.
   Το άλλο βράδυ,προτού ακόμα σκοτεινιάσει,να σου πάλι το βασιλόπουλο έξω από το σπίτι της υφάντρας. Περίμενε,περίμενε,αλλά δεν είδε κανένα να χτυπάει την πόρτα της ούτε να μπαίνει μέσα.Όμως πάλι από τις χαραμάδες του παραθυρόφυλλου έβγαινε ένα αδύνατο φως και πάλι πλησίασε το βασιλόπουλο και σηκώθηκε τις μύτες των ποδιών του να δει την υφάντρα.Τότε την άκουσε ξανά να λέει με την τραγουδιστή φωνή της:                                                                                                                                        Ήρθες,καλώς όρισες!
                                                       Παρ'το σκαμνί και κάτσε,
                                                       να γνέσω,να ξεγνέσω,
                                                       να πα΄να κοιμηθούμε,
                                                       να σφιχταγκαλιαστούμε...


   Κοίταξε ο νέος όσο πιο καλά μπορούσε μέσα στη φτωχική κάμαρα,αλλά πάλι δεν είδε κανέναν άλλο μέσα,παρά μόνο την όμορφη κοπέλα που ύφαινε.
   Αυτό έγινε ξανά και ξανά.Κάθε βράδυ,την ίδια ώρα,το βασιλόπουλο πήγαινε μια ολόκληρη βδομάδα,έξω από το σπίτι της υφάντρας και την παρακολουθούσε που ύφαινε.Όσο όμως την έβλεπε,τόσο η καρδιά του πετούσε μέσα του,τόσο και η επιθυμία του να την μιλήσει γινόταν μεγαλύτερη.Ακόμη ίσως ποιο μεγάλη ήταν η περιέργεια του για τα παράξενα λόγια που άκουγε κρυμμένος έξω από το σπίτι της.Έτσι πέρασαν εφτά,οχτώ νύχτες,ώσπου μια βραδιά το βασιλόπουλο δεν άντεξε άλλο και χτύπησε την πόρτα.
   Η υφάντρα έτρεξε ν'ανοίξει.Μόλις την είδε από κοντά ο νέος έμεινε άφωνος.Τέτοια ομορφιά δεν την είχε ποτέ φανταστεί,ούτε κι όταν την μισόβλεπε μέσα από το παραθυρόφυλλο.
   Κι η κοπέλα όμως,όταν αναγνώρισε το γιο του βασιλιά,έμεινε στην πόρτα να τον κοιτάζει απορημένη.Με τα πολλά,τον κάλεσε να περάσει στο φτωχικό της.
 -Ποια μεγάλη τιμή σ'έφερε βασιλόπουλο μου,να χτυπήσεις την πόρτα μου?ρώτησε η υφάντρα.
   Το βασιλόπουλο όμως κείνη την ώρα δε θυμήθηκε ούτε την παραγγελιά της μάνας του ούτε τα καλά λόγια που'χε ακούσει για το κορίτσι.Εκείνος ήθελε να μάθει ποιος ήταν ο αόρατος άντρας που καλούσε κάθε βράδυ η κοπέλα,να κοιμηθεί και να  σφιχταγκαλιαστεί μαζί του.Πέρασε,λοιπόν,μέσα στο σπιτάκι της και όλο λαχτάρα της είπε:
 -Δε μου λες,κοπέλα μου,ποιος είναι αυτός που κάθε βράδυ καλείς να καθίσει στο σκαμνί και τον καλωσορίζεις?
 -Βασιλόπουλο μου,του είπε,αυτός είναι ο ύπνος.
 -Ο ύπνος?
 -Ναι,απάντησε θαρρετά η υφάντρα.Ο ύπνος είναι.Κάθε βράδυ,όταν έχω δουλειά να τελειώσω αυτό που φτιάχνω,τον καλωσορίζω και τον παρακαλώ να με περιμένει για να μ'αγκαλιάσει!
   Τότε το βασιλόπουλο χάρηκε πάρα πολύ."Αυτή η κοπέλα",είπε μέσα του,"δεν είναι μόνο όμορφη,αλλά είναι και προκομμένη και δουλευταρού.Δίκιο είχαν εκείνοι που την παινέψανε με τα καλύτερα λόγια".
   Την άλλη μέρα μπροστά στο φτωχικό της υφάντρας στάθηκε μια μεγάλη άμαξα που την σέρνανε έξι κάτασπρα άλογα κι από μέσα κατέβηκε το βασιλόπουλο.
   Η υφάντρα που δούλευε πάντα στον αργαλειό της τα'χασε που τον είδε πάλι στην πόρτα της και τα΄χασε ακόμη περισσότερο,όταν τον άκουσε να της λέει:
 -Ήρθα να σου ζητήσω να γίνεις γυναίκα μου,όμορφη υφάντρα,και να'ρθεις μαζί μου στο παλάτι να ζήσουμε ευτυχισμένοι.
   Κι έτσι η φτωχιά,μα προκομμένη και άξια υφάντρα παντρεύτηκε το γιο του βασιλιά κι έγιναν γλέντια και χαρές κι όλος ο κόσμος έτρωγε κι έπινε μέρες και νύχτες ατέλειωτες.
   Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
                     
     (Από το βιβλίο:Νησιώτικα παραμύθια,της Γιολάντα Πατεράκη - Αλέκα Χατζηκωσταντή)

  Με αφορμή το παραπάνω παραμύθι,σας παρουσιάζω παραδοσιακά υφαντά,που η ύφανση τους είναι σε παραδοσιακό ξύλινο αργαλειό.


                     Σας εύχομαι να έχετε μία όμορφη και δημιουργική εβδομάδα!!!






                                                             

2 σχόλια:

  1. Το παραμύθι της υφαντρας τρυφερό και όμορφο, μα και τα δικά σου υφαντά υπέροχα και τα σχέδια τους μοναδικά. Γεια στα χέρια σου Μαρία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η κρεβαταριά είναι μία τέχνη που την μαθαίνει και η γρια λαλά,όπως λένε και στον τόπο μας...τις υφαντές πετσέτες τις έχουν υφάνει η μαμά μου και η πεθερά μου,χαίρομαι που σου άρεσαν Κατερίνα μου!Προσωπικά,έχω να πιάσω τον αργαλειό, από τότε που πήγαινα σχολείο,όπου ύφαινα τα πρώτα μου κομμάτια,μετά ασχοληθήκα με το κέντημα μηχανής και το άφησα...σου είχα ξανά απαντήσει σε σχόλιο εδώ και τώρα μπαίνοντας να κάνω ανάρτηση,δεν βλέπω τίποτα δεν μπορώ να καταλάβω τι έγινε...σου εύχομαι να έχεις μία όμορφη και δροσερή μέρα και Χρόνια Πολλά!!!που σήμερα είναι της Πεντηκοστής!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή